Δαπάνες με Ηλεκτρονικά Μέσα Πληρωμής (Ηλεκτρονικές Αποδείξεις): Πότε Επιβάλλεται Πρόσθετος Φόρος 22% στη Φορολογική Δήλωση Εισοδήματος

The TaxRevenue Times
4 λεπτά ανάγνωσης

Η πραγματοποίηση δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής αποτελεί βασική φορολογική υποχρέωση για μεγάλο αριθμό φορολογουμένων στο πλαίσιο της υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία, οι φορολογούμενοι οφείλουν να πραγματοποιούν ένα ελάχιστο ποσοστό δαπανών μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών, προκειμένου να αποφευχθεί πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση κατά την εκκαθάριση της δήλωσης.

Σε περίπτωση που το απαιτούμενο ποσό δαπανών δεν καλυφθεί μέχρι το τέλος του φορολογικού έτους, η διαφορά μεταξύ του απαιτούμενου και του πραγματικού ποσού δαπανών επιβαρύνεται με πρόσθετο φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή 22%.

Η υποχρέωση αυτή αφορά κυρίως φορολογούμενους που αποκτούν εισόδημα από μισθωτή εργασία, συντάξεις, επιχειρηματική δραστηριότητα ή από εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας. Στις επόμενες ενότητες παρουσιάζεται πότε προκύπτει ο πρόσθετος φόρος και με ποιον τρόπο υπολογίζεται κατά την εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης.


Ποιο είναι το απαιτούμενο όριο ηλεκτρονικών δαπανών (30% του εισοδήματος)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, οι φορολογούμενοι οφείλουν να πραγματοποιούν δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής που αντιστοιχούν σε ποσοστό 30% του πραγματικού ετήσιου εισοδήματός τους. Το συνολικό ποσό των δαπανών που λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη του απαιτούμενου ποσοστού δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 20.000 ευρώ.

Για τον προσδιορισμό του πραγματικού εισοδήματος λαμβάνονται υπόψη εισοδήματα που προέρχονται από μισθωτή εργασία, συντάξεις, επιχειρηματική δραστηριότητα και ακίνητη περιουσία (ενοίκια). Ως πραγματικό εισόδημα θεωρείται κάθε εισόδημα που εμπίπτει στις παραπάνω κατηγορίες, ανεξάρτητα από το αν φορολογείται με την κλίμακα φορολογίας εισοδήματος, φορολογείται αυτοτελώς ή απαλλάσσεται από τον φόρο.

Ειδικά για φορολογούμενους που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, το ποσό του εισοδήματος που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των απαιτούμενων ηλεκτρονικών δαπανών δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το ελάχιστο καθαρό εισόδημα που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 28Α έως 28Δ του ΚΦΕ.


Πότε επιβάλλεται ο πρόσθετος φόρος 22%

Σε περίπτωση που οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους είναι μικρότερες από το απαιτούμενο ποσό που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία, η διαφορά μεταξύ του απαιτούμενου και του δηλωθέντος ποσού δαπανών επιβαρύνεται με φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή 22%.

Η επιβάρυνση αυτή δεν αποτελεί διοικητικό πρόστιμο για φορολογική παράβαση, αλλά προσαύξηση του φόρου εισοδήματος που προκύπτει κατά την εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Παράδειγμα υπολογισμού του πρόσθετου φόρου

Για την καλύτερη κατανόηση του τρόπου υπολογισμού, ακολουθεί ένα απλό παράδειγμα.

Φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 10.000 ευρώ οφείλει να πραγματοποιήσει ηλεκτρονικές δαπάνες ύψους 3.000 ευρώ, που αντιστοιχούν στο 30% του εισοδήματός του. Εάν μέσα στο φορολογικό έτος πραγματοποιήσει ηλεκτρονικές συναλλαγές ύψους 1.000 ευρώ, τότε προκύπτει ακάλυπτη διαφορά 2.000 ευρώ.

Στην περίπτωση αυτή, η διαφορά επιβαρύνεται με φόρο 22%, ο οποίος υπολογίζεται ως εξής:

2.000 € × 22% = 440 €

Το ποσό αυτό προστίθεται στον φόρο εισοδήματος που προκύπτει από την εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης.


Πώς προκύπτουν τα ποσά των ηλεκτρονικών δαπανών στη δήλωση

Τα στοιχεία των ηλεκτρονικών συναλλαγών συλλέγονται από τα πιστωτικά ιδρύματα και αποστέλλονται στην ΑΑΔΕ. Τα ποσά αυτά εμφανίζονται προσυμπληρωμένα στη φορολογική δήλωση στους σχετικούς κωδικούς.

Ωστόσο, ο φορολογούμενος έχει την ευθύνη να ελέγξει την ορθότητα των ποσών και να διαπιστώσει αν καλύπτει το απαιτούμενο όριο. Στην πράξη, ο έλεγχος αυτός μπορεί να γίνει εύκολα μέσα στο έτος μέσω των τραπεζικών εφαρμογών. Αναλυτικά πώς μπορείτε να δείτε αν καλύπτετε το απαιτούμενο ποσοστό δαπανών παρουσιάζεται στον οδηγό για τον έλεγχο των ηλεκτρονικών αποδείξεων μέσω e-banking.

Παράλληλα, είναι σημαντικό να γνωρίζει ο φορολογούμενος ποιες συναλλαγές υπολογίζονται για την κάλυψη του ορίου, καθώς δεν λαμβάνονται υπόψη όλες οι πληρωμές που πραγματοποιούνται ηλεκτρονικά. Αναλυτική παρουσίαση των δαπανών που υπολογίζονται για την κάλυψη του 30% του εισοδήματος μπορείτε να δείτε στον σχετικό οδηγό για τις ηλεκτρονικές αποδείξεις.


Συμπέρασμα

Η υποχρέωση πραγματοποίησης ηλεκτρονικών δαπανών αποτελεί βασικό στοιχείο της φορολογικής δήλωσης για μεγάλο αριθμό φορολογουμένων. Εάν το απαιτούμενο ποσό δεν καλυφθεί, η διαφορά επιβαρύνεται με πρόσθετο φόρο 22%, ο οποίος αυξάνει τον τελικό φόρο που προκύπτει από την εκκαθάριση της δήλωσης.

Η παρακολούθηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών μέσα στο έτος και η σωστή κατανόηση των κανόνων υπολογισμού των δαπανών βοηθούν τον φορολογούμενο να αποφύγει αυτή τη φορολογική επιβάρυνση.


Σχετικά Άρθρα

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors