Η ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη είναι ένα τεκμήριο διαβίωσης που προστίθεται αυτόματα κατά την εκκαθάριση κάθε φορολογικής δήλωσης, ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα τεκμήρια που έχει ο φορολογούμενος. Η λογική της είναι απλή: ο νόμος τεκμαίρεται ότι κάθε φορολογούμενος δαπανά ένα ελάχιστο ποσό για τη διαβίωσή του κατά τη διάρκεια του έτους, ακόμα και αν δεν έχει κανένα άλλο τεκμήριο από κατοικία, αυτοκίνητο ή άλλο περιουσιακό στοιχείο. Το ποσό αυτό δεν συμπληρώνεται από τον ίδιο τον φορολογούμενο στη δήλωσή του προστίθεται αυτόματα από τη Φορολογική Διοίκηση κατά την εκκαθάριση.
Το παρόν άρθρο εξηγεί πώς ορίζεται η ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη, σε ποιους εφαρμόζεται, πότε δεν εφαρμόζεται και ποιες ειδικές περιπτώσεις προβλέπει ο νόμος για αποβιώσαντες και χωριστές δηλώσεις.
Τι είναι η ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη και πού ορίζεται
Σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 1 περ. θ του ν. 4172/2013, η ελάχιστη ετήσια αντικειμενική δαπάνη του φορολογούμενου ορίζεται σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ για τον άγαμο φορολογούμενο και σε πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για συζύγους που υποβάλλουν κοινή δήλωση, εφόσον δηλώνεται πραγματικό ή τεκμαρτό εισόδημα.
Η ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη εντάσσεται στο σύστημα τεκμηρίων διαβίωσης του Κεφαλαίου Δ του ν. 4172/2013, μαζί με τα τεκμήρια κατοικίας, τα τεκμήρια αυτοκινήτων, τα τεκμήρια σκαφών αναψυχής, το τεκμήριο πισίνας και το τεκμήριο οικιακού προσωπικού.
Πώς λειτουργεί στην πράξη
Η ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη δεν συμπληρώνεται από τον φορολογούμενο σε κάποιον κωδικό του Ε1. Η Γενική Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Γ.Δ.ΗΛΕ.Δ.) της ΑΑΔΕ την προσθέτει αυτόματα κατά την εκκαθάριση της δήλωσης, στο σύνολο των αντικειμενικών δαπανών του φορολογούμενου.
Το ποσό αυτό προστίθεται πάντα, ανεξάρτητα από το ύψος των υπόλοιπων τεκμηρίων διαβίωσης. Αν δηλαδή ο φορολογούμενος έχει τεκμήρια από κατοικία, αυτοκίνητο ή άλλα στοιχεία, η ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη προστίθεται στο άθροισμά τους. Το συνολικό τεκμαρτό εισόδημα που προκύπτει συγκρίνεται στη συνέχεια με το δηλωθέν πραγματικό εισόδημα, και αν το υπερβαίνει, ο φορολογούμενος φορολογείται για τη διαφορά.
Σε ποιους εφαρμόζεται και σε ποιους όχι
Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται τα ποσά της ελάχιστης αντικειμενικής δαπάνης ανά κατηγορία φορολογούμενου, βάσει του άρθρου 31 παρ. 1 περ. θ ν. 4172/2013:
| Κατηγορία φορολογούμενου | Ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη |
|---|---|
| Άγαμος | 3.000 ευρώ |
| Σύζυγοι με κοινή δήλωση | 5.000 ευρώ (συνολικά) |
| Σύζυγοι με χωριστή δήλωση | 3.000 ευρώ για κάθε σύζυγο |
| Εξαρτώμενα τέκνα με εισόδημα και υποχρέωση δήλωσης | Δεν εφαρμόζεται |
| Αποβιώσας εντός του έτους | Αναλογικά για τους μήνες που ήταν εν ζωή |
Διευκρίνιση: η ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη εφαρμόζεται μόνο εφόσον δηλώνεται πραγματικό ή τεκμαρτό εισόδημα. Αν δεν δηλώνεται καθόλου εισόδημα, η διάταξη δεν ενεργοποιείται.
Εξαίρεση για εξαρτώμενα τέκνα
Σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 1 περ. θ εδ. β ν. 4172/2013, η ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη δεν εφαρμόζεται στα εξαρτώμενα τέκνα της περ. β παρ. 1 του άρθρου 11 ν. 4172/2013 που αποκτούν εισόδημα και έχουν υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
Η εξαίρεση αυτή αποσκοπεί στο να μην επιβαρύνονται τα εξαρτώμενα τέκνα που υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης λόγω μικρού εισοδήματος (π.χ. από μερική απασχόληση ή μισθό) με το τεκμήριο της ελάχιστης δαπάνης, το οποίο θα δημιουργούσε δυσανάλογη φορολογική επιβάρυνση.
Ειδική περίπτωση αποβιώσαντος
Σε περίπτωση υποβολής δήλωσης για αποβιώσαντα φορολογούμενο, η ελάχιστη ετήσια αντικειμενική δαπάνη δεν υπολογίζεται για ολόκληρο το έτος αλλά αναλογικά για τους μήνες που ο φορολογούμενος ήταν εν ζωή. Για τον υπολογισμό αυτό ισχύει ο κανόνας: διάρκεια άνω των 15 ημερών εντός μήνα λογίζεται ως πλήρης μήνας.
Παράδειγμα: αν ο φορολογούμενος απεβίωσε στις 20 Σεπτεμβρίου, οι μήνες που λαμβάνονται υπόψη είναι εννέα (Ιανουάριος έως Σεπτέμβριος), καθώς το Σεπτέμβριο έχει παρέλθει διάρκεια άνω των 15 ημερών. Η ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη υπολογίζεται ως 9/12 του ετήσιου ποσού.
Ειδική περίπτωση χωριστής δήλωσης συζύγων
Στην περίπτωση που οι σύζυγοι υποβάλλουν χωριστές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, η ελάχιστη ετήσια αντικειμενική δαπάνη ανέρχεται σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ για κάθε σύζυγο χωριστά, δηλαδή στο ίδιο ποσό που ισχύει για τον άγαμο φορολογούμενο. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται το ανώτερο ποσό των 5.000 ευρώ που ισχύει για κοινές δηλώσεις.
Σχέση με τα υπόλοιπα τεκμήρια διαβίωσης
Η ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη προστίθεται πάντα στο σύνολο των τεκμηρίων διαβίωσης, ανεξάρτητα από το αν ο φορολογούμενος έχει και άλλα τεκμήρια από περιουσιακά στοιχεία. Δεν είναι δηλαδή υποκατάστατο των άλλων τεκμηρίων είναι πρόσθετο στοιχείο που αυξάνει το συνολικό τεκμαρτό εισόδημα.
Αν το τελικό άθροισμα όλων των αντικειμενικών δαπανών, συμπεριλαμβανομένης και της ελάχιστης, υπερβαίνει το πραγματικό εισόδημα που δηλώνει ο φορολογούμενος, η διαφορά φορολογείται με την κλίμακα των μισθωτών, σύμφωνα με το άρθρο 34 ν. 4172/2013.
Νομική βάση: άρθρο 31 παρ. 1 περ. θ ν. 4172/2013 (Κ.Φ.Ε.), άρθρο 11 παρ. 1 περ. β ν. 4172/2013, άρθρο 34 ν. 4172/2013.