Μείωση 11,8% στη μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας κατέγραψε η Ελλάδα το πρώτο εξάμηνο του 2026 για μη οικιακούς καταναλωτές με ετήσια κατανάλωση από 500.000 έως 2.000.000 κιλοβατώρες. Σύμφωνα με τη Eurostat, ήταν η τρίτη μεγαλύτερη ετήσια υποχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά το Λουξεμβούργο και την Τσεχία. Η σύγκριση αφορά το πρώτο εξάμηνο του 2025, ενώ η αντίστοιχη μείωση συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στο 5,4%.
Ποιους καταναλωτές αφορά η μείωση 11,8%
Η δημοσίευση εξετάζει μη οικιακούς καταναλωτές με ετήσια κατανάλωση από 500 έως 2.000 μεγαβατώρες (MWh), δηλαδή από 500.000 έως 2.000.000 κιλοβατώρες. Η κατηγορία προσδιορίζεται βάσει της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας και όχι του κλάδου, του τζίρου ή του αριθμού εργαζομένων μιας επιχείρησης. Επομένως, η μείωση 11,8% δεν αφορά αυτομάτως κάθε κατάστημα, γραφείο ή επαγγελματική παροχή και δεν περιγράφει τις τιμές που πληρώνουν τα νοικοκυριά.
Οι τιμές περιλαμβάνουν το κόστος ενέργειας και προμήθειας, τις χρεώσεις δικτύου και τους μη ανακτήσιμους φόρους και επιβαρύνσεις. Εξαιρούν τον ΦΠΑ και άλλους ανακτήσιμους φόρους και επιβαρύνσεις. Πρόκειται για μέσες τιμές της συγκεκριμένης κατηγορίας κατανάλωσης, όχι για ενιαίο τιμολόγιο που εφαρμόζεται σε όλους τους πελάτες.
Η Ελλάδα στην τρίτη θέση των μεγαλύτερων μειώσεων
Μεγαλύτερη ετήσια υποχώρηση από την Ελλάδα κατέγραψαν μόνο το Λουξεμβούργο, κατά 23,8%, και η Τσεχία, κατά 11,9%. Η ελληνική μείωση κατά 11,8% αφορά τη μεταβολή της μέσης τιμής μεταξύ των δύο εξαμήνων αναφοράς. Δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα είχε το τρίτο φθηνότερο ρεύμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η κατάταξη των μεταβολών διαφέρει από την κατάταξη των απόλυτων τιμών.
Πού μπορεί να αποδοθεί η υποχώρηση των τιμών
Η ανακοίνωση της Eurostat δεν αναλύει ποιοι παράγοντες διαμόρφωσαν τη μείωση 11,8% στην Ελλάδα. Σε ξεχωριστή έκθεσή του για την ελληνική οικονομία το 2026, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο συνδέει την επέκταση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές με χαμηλότερες τιμές στη χονδρική αγορά. Η εκτίμηση αυτή παρέχει ένα ευρύτερο πλαίσιο για την εξέλιξη του ενεργειακού κόστους, χωρίς να ποσοτικοποιεί τη συμβολή του συγκεκριμένου παράγοντα στη μεταβολή που καταγράφει η Eurostat.
Στις μεθοδολογικές σημειώσεις της Eurostat αναφέρεται επίσης ότι δεν ελήφθησαν μέτρα στήριξης για ηλεκτρική ενέργεια ή φυσικό αέριο στην Ελλάδα το πρώτο εξάμηνο του 2026. Συνεπώς, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν τεκμηριώνουν απόδοση της μείωσης σε νέα επιδότηση εκείνης της περιόδου. Δεν προσδιορίζουν, ωστόσο, πόσο συνέβαλε κάθε επιμέρους συνιστώσα της τιμής στην τελική ελληνική μεταβολή.
Μειώσεις σε 19 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η ανακοίνωση της Eurostat καταγράφει ετήσιες μειώσεις σε 19 κράτη μέλη και αυξήσεις σε οκτώ. Τις μεγαλύτερες αυξήσεις εμφάνισαν η Σουηδία, κατά 18,8%, η Φινλανδία, κατά 18,7%, και η Βουλγαρία, κατά 14,2%. Οι συγκρίσεις αφορούν το πρώτο εξάμηνο του 2026 έναντι του αντίστοιχου εξαμήνου του 2025.
Οι ετήσιες μεταβολές στο συνοδευτικό διάγραμμα υπολογίζονται σε εθνικά νομίσματα. Εξαίρεση αποτελεί η Βουλγαρία, για την οποία η σύγκριση γίνεται σε ευρώ λόγω διαφορετικού νομίσματος μεταξύ των δύο ετών. Τα στοιχεία προέρχονται από το σύνολο δεδομένων nrg_pc_205 της Eurostat.
Στα 0,18 ευρώ ανά κιλοβατώρα η ευρωπαϊκή μέση τιμή
Η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τη συγκεκριμένη κατηγορία καταναλωτών διαμορφώθηκε στα 0,18 ευρώ ανά κιλοβατώρα το πρώτο εξάμηνο του 2026. Εκτός από την ετήσια μείωση κατά 5,4%, καταγράφηκε υποχώρηση κατά 2% έναντι του δεύτερου εξαμήνου του 2025. Οι τιμές μειώθηκαν, επομένως, τόσο σε ετήσια όσο και σε εξαμηνιαία βάση.
Η υψηλότερη μέση τιμή καταγράφηκε στην Ιρλανδία, στα 0,27 ευρώ ανά κιλοβατώρα, και ακολούθησαν η Κύπρος και η Ιταλία, στα 0,23 ευρώ. Η χαμηλότερη ήταν στη Φινλανδία, στα 0,09 ευρώ, ενώ στη Σουηδία διαμορφώθηκε στα 0,12 ευρώ. Στη Δανία, την Ισπανία και την Πορτογαλία ήταν 0,13 ευρώ ανά κιλοβατώρα, σύμφωνα με τα στρογγυλοποιημένα ποσά της ανακοίνωσης.



































































































